Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

Πως ο Μίκλος Γιούτσωφ έγινε Νίκος Γιούτσος!!!! Του Γιάννη Ευσταθίου

 

Στο ρεπορτάζ στο χρόνο του Γιάννη Ευσταθίου η έρευνα που ξεκινάει από τη δεκαετία του ’60 με επίκεντρο τον διεθνή ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκο Γιούτσο και το κλίμα της εποχής. Με αφορμή αυτή την υπόθεση ο Γιάννης Ευσταθίου θίγει το ζήτημα των σλαβόφωνων ελληνικών πληθυσμών.

 

Το ερυθρόλευκο «Φως των Σπορ», το μακρυνό 1964, δημοσιεύει ως πρώτο θέμα τη μετεγγραφή στον Ολυμπιακό Πειραιά, του ελληνικής καταγωγής κανονιέρη της ουγγρικής Τσέπελ, Μίκλος Γιουτσώφ.

Η προσωπική ιστορία του και η μετονομασία του σε Νίκο Γιούτσο, αποκαλύπτει διάπλατα, τις σκοτεινές, μαύρες θα έλεγα, πτυχές της ιστορίας αυτού του τόπου, που δυστυχώς κρατούν ως σήμερα…

Γεννημένος στο σλαβόφωνο χωριό Κονόμλαντι της Καστοριάς, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε από την ελληνική διοίκηση σε Μακροχώρι. Όπως και η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων δήλωναν και δηλώνουν νομίζω (σλαβόφωνοι) Μακεδόνες. Αλλωστε είχαν πάρει μέρος στην εξέγερση του Ιλιντεν κατά των Οθωμανών, χάνοντας 26 νεκρούς, ενώ στη διάρκεια του εμφυλίου συντάχθηκαν με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, το χωριό βομβαρδίστηκε, χάθηκαν άλλοι 69 κάτοικοι και 213 παιδάκια οδηγούνται σε χώρες του σιδηρούντος παραπετάσματος… Ένα από αυτά κι ο 7χρονος Μίκλος, ο οποίος –όπως παραδέχεται πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του, στα πρώτα του βήματα ως ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Πειραιά- δεν γνωρίζει ούτε μισή λέξη ελληνικά, παρά μόνο την αλφαβήτα…

Καθώς ο μετέπειτα Νίκος Γιούτσος γεννήθηκε μεν στην Ελλάδα, αλλά γνώρισε τον κόσμο και μεγάλωσε ως μέλος της (σλαβόφωνης) μακεδονικής μειονότητας που ζούσε και ζει στον τόπο μας, χωρίς να αναγνωρίζεται από το επίσημο κράτος!!

Στην Ουγγαρία έζησε στο χωριό Μπελογιάννης, όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες από την Ελλάδα. Γρήγορα στις αλάνες του χωριού ξεδίπλωσε το τεράστιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο, τον ανακάλυψε η ουγγρική ομάδα Τσέπελ, τον εντόπισε ο ερυθρόλευκων –αθλητικά- αισθημάτων Έλληνας πρεσβευτής και τον έστειλε στο μεγάλο σύλλογο του Πειραιά!!

Επί κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου ξεπεράστηκε το πρόβλημα πως ήταν κομμουνιστής πολιτικός πρόσφυγας, μπροστά στην ποδοσφαιρική του αξία και στην ανάγκη των Πειραιωτών που ήταν και τότε «κράτος εν κράτει» να φέρουν στην ομάδα τους έναν αέρινο, ταχύ και με εξαιρετική τεχνική παίκτη που θα έκανε τη διαφορά.

Αυτό όμως που δεν μπορούσε να ξεπεραστεί ήταν η (σλαβόφωνη) μακεδονική εθνικότητά του… Οι ανάγκες του «θρύλου» αποδείχθηκαν όμως ισχυρότερες… Ετσι ο Μίκλος Γιουτσώφ (όπως τον αναφέρουν εκτός από το «Φως των Σπορ» και οι ουγγρικές εφημερίδες της εποχής, έγινε Μίκλος Νικολάϊ (από το δεύτερο παππού του) Γιουτσώφ και τελικά Νίκος Γιούτσος!!

Για να μην αποκαλυφθεί η παραχάραξη δεν του δίνουν διαβατήριο και δεν του επιτρέπουν να έρθει η επίσης γυναίκα του –επίσης της σλαβόφωνης μακεδονικής μειονότητας- στην Ελλάδα. Ο Γιουτσώφ/Γιούτσος απείλησε να πάει στην ουγγρική πρεσβεία και να ζητήσει πολιτικό άσυλο, για να κατοχυρώσει ό,τι και οι άλλοι Ελληνες πολίτες…

Με εξαίρεση τους σλαβόφωνους Μακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες, που δεν ξέρουν να χειρίζονται την μπάλλα, στους οποίους ακόμη και σήμερα (όσοι ζουν…) απαγορεύεται να έρθουν στη χώρα τους την Ελλάδα, ακόμη και ως τουρίστες για λίγες ώρες…

Η σλαβο-μακεδονική εθνική καταγωγή του Γιούτσου/Γιουτσώφ, και η στέρηση διαβατηρίου, ήταν εμπόδιο να αγωνιστεί αρχικά και στην εθνική Ελλάδας. Κάτι που έγινε αργότερα –και μάλιστα επί χούντας- κι έτσι είχε 15 συμμετοχές με τη γαναλόλευκη φανέλλα…

Πριν από 20 χρόνια, μια επταετία μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ουγγαρία, επισκέφθηκα το χωριό Μπελογιάννη, ως πολιτικός συντάκτης του ALPHA, συνοδεύοντας τον οικουμενικό πατριάρχη κύριο Βαρθολομαίο. Σκοπός της επίσκεψης ήταν τα εγκαίνια ενός ορθόδοξου ναού, του πρώτου στη χώρα αυτή!

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι σύσσωμο το χωριό που αριθμούσε 800 κατοίκους –στη συντριπτική τους πλειονότητα ηλικιωμένοι-, έδωσε το παρόν στα εγκαίνια και τις εορταστικές εκδηλώσεις.

Όπως συνηθίζαμε, οι συνάδελφοί μου, ο αείμνηστος Γιώργος Γεωργιάδης που εργαζόταν τότε στο MEGA, ο Νικόλας Βαφειάδης του ΑΝΤ1 και η ταπεινότητά μου, κάναμε ρεπορτάζ, με δηλώσεις και προσωπικές ιστορίες των χωριανών, για τη ζωή τους στην Ουγγαρία.

Σχεδόν όλοι όσοι συνομίλησα –υλικό δυο ωρών- με δάκρυα στα μάτια και σπαστά ελληνικά, οι περισσότεροι γέροντες, (μιλάμε τότε για 60ρηδες, 70ρηδες, και 80ρηδες), εξέφραζαν την επιθυμία να επιστρέψουν στον τόπο που γεννήθηκαν…

Στην αφελή ερώτησή μου γιατί δεν το πράττουν, μου απαντούσαν ότι δεν τους επιτρέπει το ελληνικό κράτος, επειδή είναι "Μακεδόνες" και τους στερεί την υπηκοότητα και το ελληνικό διαβατήριο που τους είχε αφαιρέσει, και συνεπώς την είσοδο στη χώρα μας και χώρα τους… Ενας που έκλαιγε με λυγμούς, έλεγε: «Εμένα ένα γεροντάκι, τι με φοβούνται; Το μόνο που θέλω είναι να φιλήσω τα χώματα του χωριού μου και να πεθάνω εκεί…»

Μετά την προβολή του ρεπορτάζ μου, απευθύνθηκα –όπως είχα τάξει στα γεροντάκια- στον τότε βουλευτή Φλώρινας Γιώργο Λιάνη, ο οποίος έδειχνε να έχει ευαισθησία για το θέμα, λόγω και οικογενειακής καταγωγής… Μου είχε υποσχεθεί ότι θα καταθέσει ερώτηση στη Βουλή, όμως μάλλον δεν έγινε κάτι… Αν θυμάμαι καλά έγινε υπουργός, οπότε «χαίρετε»…

Πάντως το θέμα έμεινε σε εκκρεμότητα και οι σλαβόφωνης μακεδονικής καταγωγής –με εξαίρεση το Γιούτσο- έχουν μείνει ως «μιάσματα» και το τέλος της ζωής τους, τους βρίσκει μακριά από τα χωριά που είδαν το φως του ήλιου…

Το 1991, εργαζόμουν στο MEGA, αλλά και την εφημερίδα «Επικαιρότητα».

Ο γενικός διευθυντής μου στην εφημερίδα Σπύρος Καρατζαφέρης, μαζί με το διευθυντή σύνταξης Πάνο Κολιοπάνο, μου είχαν αναθέσει να κάνω μια δημοσιογραφική έρευνα περί Μακεδονικού… Επικαλούμαι και τη μαρτυρία του συμμαθητή, κοντοχωριανού μου και φίλου μου Βασίλη Σιαμαντά, καθώς ο πατέρας του –κι ένας από τους ανθρώπους που έβλεπε καθημερινά τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Καραμανλή- ήταν ο εκδότης.

Η έρευνα αποκάλυψε διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία, που απέκρυπταν τα βιβλία ιστορίας, κι ειδικά οι επίσημες ελληνικές αρχές… Το πιο ενδιαφέρον, ότι μέχρι και την απογραφή του ελληνικού πληθυσμού του 1951, καταγράφονταν και οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες!! Αυτό σταμάτησε –άγνωστο γιατί- από το 1961 και δώθε…
Βρήκα λοιπόν ότι το 1928 επί κυβερνήσεως Αλέξανδρου Ζαΐμη (6 φορές έγινε πρωθυπουργός και ακολούθως και πρόεδρος της Δημοκρατίας), οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες ήταν 81984. Στην επόμενη απογραφή, επί κυβερνήσεως του εθνικιστή δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, αυξήθηκαν σε 84751!! Όμως μετά τον εμφύλιο, την εξόντωση και την προσφυγιά των μελών της σλαβόφωνης μακεδονικής μειονότητας, ο αριθμός τους στην επόμενη –και τελευταία που τους κατέγραψε- απογραφή του 1951 (επί κυβερνήσεως Πλαστήρα) μειώθηκε στο μισό: 41017…

Ανακάλυψα επίσης ότι ο «εθνάρχης» –άρα πέραν πάσης υποψίας για εθνομηδενισμό-, κι αυτός που θέσπισε το ιδιώνυμο για τις διώξεις κομμουνιστών, Ελευθέριος Βενιζέλος, το 1929, είχε αποφασίσει να δημιουργήσει έδρα (σλαβο)-μακεδονικής γλώσσας στο ΑΠΘ, για τα μέλη της αντίστοιχης μειονότητας (και πλειονότητας τότε σε κάμποσες περιοχές)…

Όμως δεν υλοποίησε την απόφασή του, μπροστά στην ισχυρή αντίδραση Βουλγαρίας και Σερβίας που καθεμιά είχε εθνικιστικές βλέψεις για τους σλαβόφωνους Μακεδόνες και την περιοχή που ζούσαν: ελληνική και μη… Ετσι διαμήνυσαν στην κυβέρνηση Βενιζέλου ότι μια τέτοια πράξη, θα σημαίνει «αιτία πολέμου» κατά της Ελλάδας και ο «εθνάρχης» που είχε ανοιχτό το μέτωπο και με την Τουρκία, δεν ήθελα να προσθέσει πονοκεφάλους και σκοτούρες…

Το 1996, εργαζόμενος πάλι στον ως πολιτικός συντάκτης στον ALPHA (τότε SKAI) και την «Αθηναϊκή» με διευθυντή πάλι το Σπύρο Καρατζαφέρη, είχα καλύψει δημοσιογραφικά τη σημαντική σύνοδο της Κοπεγχάγης, κατά την οποία οι συμμετέχουσες χώρες (και η Ελλάδα), με υπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησης Σημίτη, τον κύριο Θόδωρο Πάγκαλο, υπέγραψαν τη σύμβαση που δίνει το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού για κάθε άνθρωπο… 23 χρόνια μετά, η σύμβαση αυτή, ΠΑΡΑΝΟΜΑ, ΠΑΡΑΤΥΠΑ (και ανοήτως) ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ από τη χώρα μας, τόσο στη Θράκη, όσο και στα Δωδεκάννησα, την Αττική, αλλά και τη Δυτική Μακεδονία!! Ολοι όσοι επισκέπτονται την περιοχή αυτή, γνωρίζουν για την ύπαρξη των σλαβόφωνων Μακεδόνων της Ελλάδας, ειδικά αν πάνε στα περίφημα λουτρά Πόζαρ (μεταγενέστερο ελληνικό όνομα Λουτράκι, αλλά ουδείς το χρησιμοποιεί)!!

 Όμως το επίσημο ελληνικό κράτος, εμφανίζεται ασυνεπές και αναξιόπιστο και στο εσωτερικό και διεθνώς, γράφοντας στα παλιά του τα παπούτσια την υπογραφή του!!... Μάλιστα από το φόβο μήπως κληθεί από την ΠΓΔΤ Μακεδονίας, να προχωρήσει στην αναγνώριση –όπως οφείλει- της σλαβόφωνης μακεδονικής μειονότητας στη χώρα μας, έχει εγκαταλείψει στην τύχη της και την ελληνική κι ελληνόφωνη μειονότητα στο γειτονικό κράτος, πέραν των 6000 Ελλήνων που ζουν στο Μοναστήρι και τη γύρω περιοχή και λόγω της ισχύος που τους δίνουν τα χρήματα από την εκμετάλλευση των υπηρεσιών από τα καζίνα, δεν έχουν πρόβλημα να δηλώσουν την ελληνική τους εθνικότητα, χωρίς να φοβηθούν ενδεχόμενες συνέπειες… Αν και μέχρι τώρα το καθεστώς της γείτονος, δείχνει πολύ μεγαλύτερο σεβασμό κι ελευθεριότητα προς τις δεκάδες μειονότητες που ζουν εκεί…

Αυτή είναι η κρυφή –εν πολλοίς- ιστορία των Σλαβο-μακεδόνων συμπολιτών μας… Ελπίζω οι εξελίξεις στο Μακεδονικό, να οδηγήσουν επιτέλους στο αυτονόητο: την επίσημη αναγνώρισή τους ως μειονότητα!! Πάντως η συμφωνία των Πρεσπών, μας έκανε να ανατρέξουμε και πάλι σε ιστορικές πηγές, όπως η ιστορία του εκπληκτικού –όπως τον γνώρισαν οι παλαιότεροι φίλοι του ποδοσφαίρου- παίκτη!! Κι υπάρχει φυσικά και ο διεθνής με την εθνική Ελλάδας καλαθοσφαιριστής του εκπληκτικού τότε Αρη Θεσσαλονίκης, συμπαίκτης του Γκάλις και του Γιαννάκη, Μιχαήλ Μισούνωφ!! Με τη διαφορά όμως ότι ο Μισούνωφ, είχε καταγωγή από την Ελλάδα, αλλά ο ίδιος γεννήθηκε στην ΠΓΔΤ Μακεδονίας…!!

Στην ανάρτηση που ακολουθεί, μπορείτε να διαβάσετε την ιστορία του Γιουτσώφ, του χωριού του και μια αποκαλυπτικότατη ξεχασμένη συνέντευξή του… Εμπαινε Γιούτσο(φ), όπως ήταν το ποδοσφαιρικό σύνθημα της εποχής του!!!!!


Ο διάσημος ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, Νίκος Γιούτσος, γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1942 στο Μακροχώρι (ως το 1926 ονομαζόταν Κονόμλαντι) της Καστοριάς. Λίγοι βέβαια γνωρίζουν ότι ο Γιούτσος ήταν κάποτε Γιουτσόφ και αν δεν έπαιζε τρομερή μπάλα ίσως να μην είχε καταφέρει να ξαναπατήσει ποτέ ελληνικά χώματα. Γιατί; Για τον λόγο που δεν μπόρεσαν και δεν μπορούν ακόμα να το κάνουν εκατοντάδες συγχωριανοί του.

Ας κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή. Το Μακροχώρι ή Κονόμλαντι (αλλού τονίζεται ως Κονομλάντι) ήταν σλαβικό χωριό, οι κάτοικοι του οποίου έλαβαν μαζικά μέρος στην αντι-οθωμανική εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, έχοντας 26 νεκρούς.

Μετά τους βαλκανικούς πολέμους του 1913 γύρω στους 70 κατοίκους του υποβάλλουν τα χαρτιά τους επίσημα και μεταναστεύουν στη Βουλγαρία όπου εγκαθίστανται στο χωριό Νόβο Κονομλάντι.

Πολλοί περισσότεροι θα φύγουν στη διάρκεια του μεσοπολέμου ως μετανάστες. Ο Γιούτσος λοιπόν γεννιέται ως Γιούτσοφ ή Γιουτσώφ σε μια ταραγμένη εποχή. Όταν το 1946 ξεσπάει ο εμφύλιος πόλεμος το χωριό συντάσσεται με τους κομμουνιστές αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, οι οποίοι έχουν ως πρόγραμμα την εθνική ισοτιμία για τη σλαβομακεδονική μειονότητα της περιοχής.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου το Μακροχώρι βομβαρδίζεται ανηλεώς από τον εθνικό στρατό και 69 Μακροχωρίτες χάνουν τη ζωή τους. Έτσι, οι αντάρτες του ΔΣΕ σε συνεννόηση με τους γονείς των παιδιών παίρνουν 219 παιδιά απ’ το χωριό και τα μετακινούν στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης όπου θα ήταν ασφαλή.

Ο Νίκος Γιούτσος ήταν ένα απ’ αυτά τα παιδιά και βρέθηκε στην Ουγγαρία μαζί με τη μικρή του αδερφή. Ας δούμε πώς περιγράφει ο ίδιος αυτή την εμπειρία στην εφημερίδα “ΦΩΣ των σπορ”:

~ Και με το καλό σας πήρανε, ή με παιδομάζωμα;

Το χωριό μου ήταν έξω από την Καστοριά, το Μακροχώρι. Ήταν ανταρτοκρατούμενα μέρη αυτά. Με το ζόρι δεν πήρανε κανέναν εκεί! Μας πήρανε για να μην σκοτωθούμε γιατί βομβαρδίζανε. Και είπαν ότι πρόχειρα θα φεύγαμε και σύντομα θα γυρίζαμε πίσω… (χαμογελάει). Αλλά δεν γυρίσαμε. Επικρατήσανε οι άλλοι. Ο κυβερνητικός στρατός.

~ Οι γονείς σας ήρθαν μαζί σας στην Ουγγαρία;

Όχι, με πήρανε μόνο μου, ένα παιδί ήμουν. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει και η μάνα μου είχε ξαναπαντρευτεί. Στην Ουγγαρία πήγα με την αδερφή μου.

~ Και πού πήγατε, τι κάνατε;

Εσωτερικός σε κολέγιο μέσα.

~ Ορφανοτροφείο;

Κάτι τέτοιο αλλά σε πολύ υψηλότερα στάνταρτς. Κοιμόμασταν μέσα, τρώγαμε μέσα, σχολείο εκεί, μπάλα εκεί. Οργανωμένη εκπαίδευση στη μπάλα. Στην εκπαίδευση στον αθλητισμό έδιναν μεγάλη βάση τα κομμουνιστικά καθεστώτα τότε. Και παίρναμε και πολύ καλά λεφτά!

~ Και με μια Ουγγαρία εκείνη την εποχή μέσα στις καλύτερες εθνικές της Ευρώπης.

Ήταν μέσα στις καλύτερες Εθνικές του κόσμου όλου! Διεκδικούσε να πάρει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Με παικταράδες που άφησαν εποχή.

~ Πόσο χρονών ήρθατε στην Ελλάδα;

22 χρονών.

~ Ελληνικά δεν ξέρατε;

Όχι, έλεγα μια “καλημέρα” μόνο.

~ Πώς μάθατε;

Από τις εφημερίδες. Το Αλφάβητο το ήξερα.

Ο Γιούτσος ως Jucsov σε φάσεις από το ουγγρικό πρωτάθλημα

Ο Νίκος Γιούτσος ή Miklοs Jucsov όπως ήταν το όνομά του στην Ουγγαρία ή Nikolay Jucsov όπως έχει βρεθεί αλλού καταγεγραμμένος στα αρχεία της ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, λοιπόν, ξεκίνησε να αγωνίζεται για την ουγγρική ποδοσφαιρική ομάδα Csepel (Τσέπελ) με την οποία κατέκτησε αρχικά το πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής κι αργότερα την οδήγησε σε σημαντικές επιτυχίες στην Α’ Εθνική του ουγγρικού πρωταθλήματος.

Τη διετία 1963-64 ο Γιουτσόφ της Τσέπελ θα σκοράρει 11 φορές. Αυτό θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του Έλληνα πρέσβη στη Βουδαπέστη, ο οποίος γνωρίζει την καταγωγή του Jucsov. Τότε αρχίζει μια σειρά επαφών και τελικά το 1964, πραγματοποιείται η μεταγραφή του Jucsov στον Ολυμπιακό με μεσολαβητή τον Μανώλη Γλέζο.

Τα πράγματα όμως αρχικά δεν είναι τόσο ρόδινα γι’ αυτόν. Το ελληνικό υπουργείο εξωτερικών δυσκολευόταν να δώσει βίζα στον Γιουτσόφ καθώς ίσχυε η απαγόρευση επανόδου στη χώρα πολιτικών προσφύγων και ιδιαίτερα (σλαβο)μακεδονικής καταγωγής. Ως Γιουτσόφ ήταν αδύνατον να του επιτραπεί η είσοδος και παραμονή στην Ελλάδα γι’ αυτό και ο Ολυμπιακός τον έφερε με διαβατήριο μίας χρήσης! Έτσι, ο Γιούτσοφ, έγινε Γιούτσος και έπαιξε και στην Εθνική Ελλάδας.

Άλλο θέμα που αντιμετώπισε αρχικά ο Γιούτσος ήταν η διαφορά οργάνωσης και ποιότητας μεταξύ του ουγγρικού αθλητισμού και του ελληνικού η οποία του έκανε αμέσως άσχημη εντύπωση. Τέλος, το γεγονός ότι κάποιοι παράγοντες του Ολυμπιακού δεν κράτησαν το λόγο τους σε κάποιες υποσχέσεις που του είχαν δοθεί τον οδηγεί στο να αποπειραθεί να φύγει.

Φτάνει στο αεροδρόμιο αλλά δεν μπορεί να ταξιδέψει λόγω διαβατηρίου! Όμως ενώ μένει αναγκαστικά στην Ελλάδα, δεν μπορεί ούτε να αγωνιστεί με τον Ολυμπιακό καθώς δεν έχει λυθεί το θέμα της υπηκοότητάς του. Έτσι, περιορίζεται στη συμμετοχή σε φιλικές αναμετρήσεις. Ας δούμε πώς διηγείται τα πράγματα ο ίδιος:

“Είχα μάθει άλλο ποδόσφαιρο, έπαιζα άλλο ποδόσφαιρο. Όταν πρωτοήρθα εδώ έπαθα σοκ…

~ Δηλαδή;

Είδα ένα χάλι και ήθελα να φύγω! Δεν είχε νορμάλ γήπεδα εδώ. Δεν είχαμε σοβαρό χορτάρι. Δεν είχαμε καλά- καλά νορμάλ ποδοσφαιρικά παπούτσια. Υπήρχαν μεγάλες διαφορές με την Ουγγαρία τότε.”

Σε συνέντευξή του τον Νοέμβριο του 1964 ο Γιούτσος θα δηλώσει:

“Θα φύγω οπωσδήποτε από την Ελλάδα. Στην ανάγκη, θα ζητήσω άσυλο στην ουγγρική πρεσβεία των Αθηνών! Τίποτα πια δεν με κρατάει εδώ”.

-Τι σε έσπρωξε να πάρεις την απόφαση αυτή και να φύγεις κρυφά την Τρίτη το πρωί;

«Ήθελα να δω τη γυναίκα μου».

-Και πότε αποφάσισες το ταξίδι αυτό;

«Τη Δευτέρα».

-Μα τη Δευτέρα το πρωί είχες δηλώσει στην «Ομάδα» ότι θα έπαιζες την Κυριακή!

«Ξέρετε, τη Δευτέρα το βράδυ είχα ένα τηλεφώνημα από τη Λιάνα, τη γυναίκα μου. Είναι έγκυος και άρρωστη. Έπρεπε, λοιπόν, να πάω στη Βουδαπέστη. Εξάλλου, μέχρι το Σάββατο θα επέστρεφα εδώ».

-Είσαι βέβαιος πώς ήταν μόνο αυτή η αιτία;

«Τι εννοείτε;»

-Μήπως υπάρχει κάποια οικονομική διαφορά με τον Ολυμπιακό;

«Όχι, όχι (γέλια). Αυτό το θέμα έχει κανονιστεί. Μου υποσχέθηκαν όσα τους ζήτησα. (Ανάβει τσιγάρο). Πάντως έχετε δίκιο. Δεν είναι μόνο η κατάσταση της γυναίκας μου που με κάνει να θέλω να φύγω. Με εξαπάτησαν».

-Ποιοι;

«Έχετε λίγη υπομονή. Θα σας τα εξηγήσω όλα, αλλά με τη σειρά. Λοιπόν, πριν από μερικούς μήνες ήρθε στη Βουδαπέστη κάποιος σαν απεσταλμένος του Ολυμπιακού και μου ζήτησε να έρθω στην Ελλάδα. Του απάντησα ότι το ουγγρικό πρωτάθλημα δεν είχε ακόμη τελειώσει και ότι είχα υποχρεώσεις προς την Τσέπελ. Τελικά, πείστηκε και περίμενε.

Το πρωτάθλημα σταμάτησε και θα έπρεπε να πάω με την ομάδα μου στην Γκάνα και στο Μαρόκο για ορισμένα φιλικά ματς. Δήλωσα ότι θα πήγαινα κι εγώ μαζί. Τρεις, όμως, μέρες πριν αναχωρήσουμε για την Αφρική, ύστερα από πιέσεις του απεσταλμένου, αποφάσισα να ξαναγυρίσω στην πατρίδα μου.

Έτσι θαμπορούσα να δω και τη μητέρα μου που είναι στην Καστοριά. Ο προπονητής μου όταν το έμαθε έγινε έξω φρενών. Και δεν τον αδικώ καθόλου. Γιατί τα διαβατήρια μας είχαν ήδη ετοιμαστεί και ήταν δύσκολο στο χρονικό διάστημα που απέμενε να γίνουν τα «χαρτιά» του αντικαταστάτη μου.

Τελικά, όμως, και ο προπονητής και οι ιθύνοντες την ομάδα αντιμετώπισαν το θέμα σαν άνθρωποι και όχι σαν παράγοντες και μου έδωσαν άδεια μερικών ημερών για να πραγματοποιήσω την επιθυμία μου αυτή. Τους υποσχέθηκα πριν φύγω ότι θα επέστρεφα είτε για να πάρω την ελευθέρα μεταγραφή μου είτε για να παραμείνω εκεί.

Άλλωστε, ο απεσταλμένος διαβεβαίωσε τόσο εμένα όσο και το Υπουργείο Εξωτερικών της Ουγγαρίας ότι οποιαδήποτε στιγμή ήθελα, θα μπορούσα να επιστρέψω. Άλλη μια συμφωνία που κάναμε και που ασφαλώς θα την έχει «ξεχάσει».

Μετά απ’ όλα αυτά είχα αποφασίσει να φέρω ο ίδιος στην Αθήνα τη σύζυγό μου από τη Βουδαπέστη. Όταν έφτασα στην Αθήνα μου επανέλαβαν τα ίδια λόγια και πολλοί «υψηλά ιστάμενοι» παράγοντες του Ολυμπιακού: «Μετά από δυο εβδομάδες μπορείς να ξαναπάς πίσω».

Ύστερα, όμως, από λίγες ημέρες, οι ίδιοι αυτοί μου έλεγαν ότι θα έπρεπε να μείνω το λιγότερο έναν μήνα στην Ελλάδα για να μπορέσω να παίξω στο πρωτάθλημα γιατί αν έφευγα πριν από το χρονικό αυτό διάστημα, όταν θα ξαναρχόμουν, θα έπρεπε να περιμένω άλλον έναν μήνα ώσπου να μου δοθεί η άδεια να αγωνιστώ και δεν θα λαμβανόταν υπόψιν η προηγούμενη παραμονή μου εδώ.

Μόνο πριν από μια εβδομάδα μου είπαν ορθά-κοφτά πώς δεν μπορώ να εγκαταλείψω το ελληνικό έδαφος. Δεν τους πίστεψα… Αλλά είχαν δίκιο. Μου την έφεραν λοιπόν ή όχι;”

Τελικά, ο Γιούτσος θα μείνει στον Ολυμπιακό και θα τον οδηγήσει στο πρώτο του πρωτάθλημα μετά από έξι χρόνια. Στη δεκαετία που αγωνίστηκε με τα χρώματα του Ολυμπιακού, 1964-1974, σήκωσε τέσσερα πρωταθλήματα και τέσσερα κύπελλα ενώ λατρεύτηκε όσο λίγοι ποδοσφαιριστές της πειραιώτικης ομάδας.

Ο καλπασμός του “ουγγρικού αλόγου” από το Κονομλάντι της Καστοριάς κι οι κάθετες διεμβολίσεις της αντίπαλης άμυνας στις οποίες ειδικευόταν γέννησαν το σύνθημα: “Έμπαινε Γιούτσο!” που έκτοτε έμεινε στην ιστορία κι έχει σήμερα καταστεί φράση γενικής χρήσης.

Ο Γιουτσόφ που έφυγε κυνηγημένο μειονοτικό προσφυγόπουλο από την Ελλάδα και γύρισε αναβαπτισμένος ως Γιούτσος για να λατρευτεί όσο λίγοι ως “ουγγρικό άλογο” έγινε τελικά δεκτός και στην Εθνική Ελλάδας, με την οποία αγωνίστηκε 15 φορές σημειώνοντας 6 γκολ. Ειρωνεία; Το ντεμπούτο του με την Εθνική ήταν απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, το 1965.

Αυτά συνέβαιναν την ώρα που οι 607 συγχωριανοί του που έφυγαν από την Ελλάδα ως πρόσφυγες στη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου δεν έχουν το δικαίωμα επαναπατρισμού έως σήμερα.

Βέβαια, όταν κάποιοι αντίπαλοι οπαδοί ή ποδοσφαιριστές ήθελαν να τον νευριάσουν, θυμούνταν συγκεκριμένα πράγματα από το παρελθόν του:

“Είμαι ο πιο ήρεμος ποδοσφαιριστής του κόσμου. Όλοι οι αντίπαλοί μου με βρίζουν χυδαία, αλλά εγώ κατορθώνω να συγκρατώ τα νεύρα και την αγανάκτησή μου. Πάντως πικραίνομαι γιατί ακούω να μου λένε πολλές απαράδεκτες χυδαιότητες όπως: «Παλιοκομμουνιστή, σήμερα θα πεθάνεις» και κάτι άλλες βρωμιές που ντρέπομαι να τις πω. Βέβαια, πολλοί παίκτες προσπαθούν με κάθε τρόπο να εκνευρίσουν τους αντιπάλους τους, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει με μένα έχει προηγούμενο. Σε κάθε παιχνίδι ακούω φοβερά πράγματα. Πάντως, τους προειδοποιώ όλους: Ας λένε ό,τι θέλουν! Δεν πρόκειται να με νευριάσουν!”

 


Ο Νίκολα, Νικολάι ή Μίκλος Γιουτσόφ νίκησε στον προσωπικό του αγώνα και κατάφερε να κάνει μια αξιοζήλευτη καριέρα αφήνοντας ένα όνομα που λατρεύεται όσο λίγα άλλα από τον κάθε φίλαθλο του Ολυμπιακού. Μήπως όμως η ιστορία του μας διδάσκει ότι περισσεύει η υποκρισία σ’ αυτόν τον τόπο;

Αν ο Γιουτσόφ μπόρεσε, έστω και ως Γιούτσος, να αγωνιστεί για την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου και να λατρευτεί απ’ τη λαοφιλέστερη ομάδα της Ελλάδας τη δεκαετία του ’60, γιατί οι 607 συγχωριανοί του και τα άλλα 218 παιδιά του χωριού του θεωρούνται εν έτει 2019 εθνικά επικίνδυνοι και στερούνται του δικαιώματος του επαναπατρισμού; Μήπως θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερη μπάλα;

*το Μακροχώρι ή Κονόμλαντι, το 1913 είχε 1.200 κατοίκους, το 1940 είχε 946, το 1951 είχε 438 και σήμερα έχει 244. ο νόμος του ΠΑΣΟΚ του 1982 επέτρεπε τον επαναπατρισμό των “Ελλήνων το γένος” πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου πολέμου. οι κάτοικοι του Μακροχωρίου, όπως και πολλοί άλλοι, ως “μη Έλληνες το γένος” έμειναν εκτός εθνικής συμφιλίωσης αλλά κι εκτός “Πρεσπών”. για την περίπτωσή τους δείτε περισσότερα εδώ:

http://www.iospress.gr/ios1999/ios19991121b.htm

κι εδώ http://popaganda.gr/slavomakedones-prosfiges-ellada/

Πηγές:
https://sport-retro.gr/ouggaria-ouzo-olympiacos-empaine-gioutso-empaine/
https://www.fosonline.gr/podosfairo/article/36939/gioytsos-to-fos-me-emathe-ellinika-kai-me-efere-ston-olympiako
Η προσωπική ιστορία του και η μετονομασία του σε Νίκο Γιούτσο, αποκαλύπτει διάπλατα, τις σκοτεινές, μαύρες θα έλεγα, πτυχές της ιστορίας αυτού του τόπου, που δυστυχώς κρατούν ως σήμερα…

 





 




 

α

 

Έρευνα – ρεπορτάζ: Γιάννης Ευσταθίου

Πηγή: wordpress.com

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

(3)