Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Πρωτοχρονιάτικος επισκέπτης

Γράφει ο Τρύφων Ούρδας











Δωροθιώτης ο γέρο- Περικλής, διακρίνονταν για τον εύθυμο χαρακτήρα του. Γράμματα πολλά δεν ήξερε. Ήξερε όμως καλά, να φτιάχνει δικές του προσωπικές ιστορίες και να τις παρουσιάζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Όταν τις άκουγες στο τέλος θα σ’ έκαναν να γελάσεις αλλά και να προβληματιστείς για το βαθύτερο νόημα τους. Ό ίδιος βέβαια όταν τις έλεγε, δεν γελούσε ποτέ.
Μια μέρα λοιπόν του Γενάρη, εγώ παιδί τότε, τον πέτυχα στο κουρείο «η Σεβίλλη» του Γιορδάνη του χωριανού μας. Καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του καταστήματος, δέχονταν τις περιποιήσεις του κουρέα, πάντα με μάτια κλειστά, για να μην βλέπει απέναντι τον καθρέφτη. Κάπου- κάπου, ακούγονταν να αναπνέει βαθιά, πιθανόν λόγω του ύπνου, που έρχονταν και έφευγε στο κεφάλι του, ανάλογα με τα ενοχλήματα που του έκαναν το ξυράφι και το ψαλίδι. Και πριν ακόμα τελειώσουν οι τελευταίες ψαλιδιές και ξυραφιές του κουρέα και όταν ο ίδιος φυσικά σταμάτησε να πηγαινοέρχεται στους «λουλουδένιους μπαχτσέδες» του ύπνου, πολύ σοβαρός, άρχισε να μονολογεί και να λέει :
- Τι να σας πω ρε παιδιά. Κάθε βράδυ που τελειώνει η χρονιά,  έχουμε τα ίδια και τα ίδια. Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Και να σκεφτείς, πάντα έπαιρνα και παίρνω μέτρα. Ακόμα από τότε που ζούσε η γριά μου, φυλαγόμασταν απ’ αυτόν. Όμως αυτός, πάλι μας έβρισκε και έτσι «τσουπ» τον φορτωνόμασταν, θέλαμε δεν θέλαμε. Μας ξεγελούσε ο αφιλότιμος. Τζάμπα οι προσπάθειες. Αλλά ξαναλέω. Πώς γίνεται να μας βρίσκει, με τις πόρτες και τα παράθυρα όλα μανταλωμένα ? Και όχι μόνο όλα κλειδωμένα αλλά και με σβησμένη τη λάμπα για να μην μας γνωρίσει. Αλλά πού ? Δεν θυμάμαι να υπήρξε χρονιά που να μην μας βρει. Και δώστου κάθε χρόνο να στρογγυλοκάθεται στην πλάτη μας και όλο να βαραίνει τους ώμους. Τελικά νομίζω «ότι- ότι», κάποια μέρα, και πολύ σύντομα μάλιστα, θα μας χώσει στη γη σαν παλούκια στους φράχτες…
Εδώ, για λίγο ο γέρος σταμάτησε και αφού ξεροκατάπιε κανά-δύο φορές με δυνατό βήξιμο, γύρισε προς το μέρος μου για να μου μιλήσει, αψηφώντας το επικίνδυνο ψαλίδι του μπαρμπέρη.
- Βρε παλληκάρι μου, μου λέει : Κοίταξε την πλάτη μου. Κοίταξε πως γέρνει η κακομοίρα. Σηκώνεται τόσο βάρος ? Κάθε χρόνο τόσο φορτίο ? Και αυτός ο Θεός δεν λέει λίγο να μας λυπηθεί ? Εσύ, μου λέει, δεν βλέπω να έχεις κανένα βάρος στην πλάτη σου. Μπράβο, πώς τα κατάφερες και δεν σου φορτώνεται ο αχόρταγος? Τι στο καλό, δεν περνάει από τη γειτονιά σας ? Κάθε χρόνο μόνο στην δική μας έρχεται …
Γεμάτος απορία με όλα όσα έλεγε ο γέρος- Περικλής, τον άκουγα χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη και να ρωτήσω, για ποιον τέλος πάντων μιλάει . Όμως μέσα μου ο φτωχός, έκανα την σκέψη, πως σίγουρα θα αναφέρεται σε κανέναν κλέφτη, που κάθε φορά το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, κρυφά μπαίνει στο σπίτι του, και να του κλέβει πράγματα.
- Αλλά φέτος, συνέχισε ο γέρος, κοιτάζοντας αυτή τη φορά τον κουρέα, που μειδιούσε κάτω από το λεπτό μουστάκι του αλλά και λίγο εμένα με την άκρη του ματιού του, φέτος το είχα δηλώσει πως θα αλλάξω. Δεν γίνεται είπα κάθε χρόνο να μας ξεγελάει και να μπαίνει σπίτι μου ο κύριος « απροσκάλεστος ». Ορκίστηκα να του κόψω τον βήχα. Πήρα λοιπόν τα μέτρα μου. Άλλαξα πόρτες παράθυρα και έβαλα αυτή τη μάρκα, να δεις πώς την λένε ….
- «Κόπλαντ» πετάχτηκε και είπε θριαμβευτικά ο Γιορδάνης, λες και βρήκε την απάντηση σε διαγωνισμό ερωτήσεων.
- Από αυτό λέει ο γέρος. Τι να σας πω, άριστη εφαρμογή και μερακλήδες τα μαστόρια που τα πέρασαν. Πίστεψα ότι μ’ αυτά καμιά τρύπα δεν θα έμενε ακάλυπτη. Γι’ αυτό και φέτος χάρηκα πως δεν θα με βρει «ο μπαμπέσης» και ότι θα του την έσκαγα. Ταίριαξα ακόμα και από πάνω τη σκεπή μου, για να είμαι σίγουρος μήπως βρει κάνα κεραμίδι σπασμένο και έρθει από τον ουρανό, από εκεί δηλαδή που δεν τον περιμένεις. Και αφού σιγουρεύτηκα και από αυτή την πλευρά, ε τώρα είπα το βράδυ εκείνο που θα προσπαθήσει να μπει ο «ξεδιάντροπος», εγώ θα είμαι κλεισμένος καλά μέσα στο καμαράκι μου και αυτός άντε να με βρει. Με τόση προφύλαξη, μόνο θα πηγαινοέρχεται έξω από το σπίτι μου, αναζητώντας τρόπο να με πλησιάσει και να μου φορτωθεί. Όμως μετά από δύο-τρεις προσπάθειες να μπει μέσα, θα καταλάβει πως αυτό είναι αδύνατο και έτσι θα βαρεθεί και θα φύγει. Επιτέλους, μια χρονιά θα τον νικήσω και δεν θα τον έχω να κοκορεύεται στο σβέρκο μου, τάχα πως είναι πολύ δυνατός, πως μπαίνει στα σπίτια όλων, θέλουν δεν θέλουν αυτοί, και πως κάνει τους γέρους να τον τρέμουν. Για να μη σας πολυλογώ, φέτος είπα δεν θα μπει σπίτι μου και ότι θα κοιμηθώ ήσυχος σαν πουλάκι, ενώ το πρωί θα ξυπνήσω «ίδιος» όπως ακριβώς έπεσα για ύπνο την προηγούμενη μέρα …
- Ε ! μπάρμπα του φώναξε ο κουρέας, διακόπτοντας τον μονόλογο του, «το κούρεμα τελείωσε».
Με ένα «καλά» ο γέρο Περικλής σηκώθηκε από την πολυθρόνα, έβαλε την τραγιάσκα, που όλη την ώρα κρατούσε στο χέρι του, στο κεφάλι και ξανακάθισε τώρα δίπλα μου, πάνω σε μία ψάθινη καρέκλα.
- Λοιπόν, συνέχισε να λέει σ’ εμένα, που τον άκουγα με ανοικτό το στόμα και χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα από αυτά. Λοιπόν παιδάκι μου και φέτος ότι και αν έκανα, πάει χαμένο. Πάλι με τον φίλο πιάστηκα κορόιδο και όσα πράγματα και αν έκανα, πάλι μπήκε σπίτι μου «ο μάγκας». Αχ ! αναστέναξε, χτυπώντας με τα χέρια τους μηρούς του. Αχ! όλα τα φταίει εκείνος ο μάστορας που επισκεύασε τη σκεπή και το ταβάνι στο σπίτι. Τάχα, μ’ έκανε καλή δουλειά που σας έλεγα. Τίποτα. Όσο τον συμβούλεψα να προσέξει, αυτός πάλι έκανε λάθος και άφησε κάποιες τρύπες στο ταβάνι και στη σκεπή.
Βρήκε έτσι την ευκαιρία «ο άτιμος» και το βράδυ τρύπωσε από αυτές, μέσα στο καμαράκι. Έπειτα, χωρίς να τον καταλάβω, ήρθε σιγά-σιγά στο κρεβάτι και κάθισε στην πλάτη μου, ακριβώς την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος. Και αφού μπήκε μέσα, άντε να τον διώξεις. Μη μπορώντας να κάνω διαφορετικά, σηκώθηκα και με μισή καρδιά του είπα «καλωσόρισες». Άναψα τη λάμπα και του έδειξα να κάτσει στο τραπέζι, ώστε και φέτος να γιορτάσουμε τον ερχομό του. Έβγαλα το ρακί από το ντουλάπι, έπιασα δύο ποτήρια, για μένα και του λόγου του, τα τσουγκρίσαμε και ήπιαμε στην υγειά μας. Αφού κατεβάσαμε τα ποτηράκια, εδώ που τα λέμε ήρθαμε λίγο και στο «τσακίρ κέφι», ο «παλληκαράς» μου είπε : «Τώρα φεύγω, πρέπει να πάω και σε άλλους που με περιμένουν να κάτσω πάνω στην πλάτη τους». Του άνοιξα την πόρτα και τώρα σαν κύριος, βγήκε από το σπίτι τρέχοντας. Εγώ όμως τί να πω ? Αισθάνθηκα το βάρος του στους ώμους μου, γι’ αυτό και πέρασε από το μυαλό μου να τον βρίσω. Αλλά δεν το έκανα επειδή φοβήθηκα μήπως ξαναγυρίσει και μου αφήσει επιπλέον φορτίο. Ωστόσο, από μέσα μου του παρήγγειλα: « του χρόνου αν με βρεις να μου γράψεις…»
- Και τώρα ρε μπάρμπα, του λέει ο κουρέας ο Γιορδάνης, για να έχουμε καλό ερώτημα, πόσων χρονών είσαι ?
- Άστα του λέει ο γέρος, με την φετινή του επίσκεψη που σας είπα, ογδόντα…. Τι τα θες τα φάγαμε τα ψωμιά μας …!
Κόντεψα να πέσω από την καρέκλα που καθόμουνα, όταν επιτέλους κατάλαβα ποιός ήταν ο δυσάρεστος επισκέπτης του γέρου στο σπίτι του, κάθε βράδυ Πρωτοχρονιάς. Ο επισκέπτης που έκανε πως δεν ήθελε και φυλάγονταν από αυτόν, ήταν ο χρόνος. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και αυτός γνώριζε ότι την «επίσκεψη» του κανείς δεν μπορεί να την αποφύγει, ό,τι και να κάνει, όπου και να βρίσκεται, όσο και να κρύβεται. Τον χρόνο όλοι τον φορτώνονται. Πιστεύω όμως ότι μέσα από την ιστορία του, ήθελε να δώσει μια νότα χαράς σε όσους με το πέρασμα του στενοχωριούνται. Και σκέφτηκε: Αφού έτσι είναι γραφτό να γίνεται, δηλαδή κάθε χρόνο να μεγαλώνουμε και να «γερνάμε», εγώ γιατί να μην διασκεδάζω την κατάσταση, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνω τους νόμους της ζωής και μάλιστα ότι μπορώ να αποφύγω τις συνέπειες τους, σκαρφιζόμενος διάφορα τεχνάσματα ? Και όλα αυτά όπως είπαμε, μόνο και μόνο για να μην φύγει το χαμόγελο από τα χείλη, όσο τα χρόνια και αν περνάνε, όσο τα χρόνια και αν φορτώνονται στις πλάτες μας.
Παιδί τότε, στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, η ιστορία με τον τρόπο που την άκουσα από τον ευχάριστο αυτόν άνθρωπο, μόνο μ’ έκανε μόνο να γελάσω. Την πέρασα όπως λέμε στο «ντούκου», γιατί εκείνο το διάστημα, ο «κύριος χρόνος» φαίνονταν ότι δεν έμπαινε στα σπίτια μας. Έτσι τουλάχιστον εγώ νόμιζα. Σήμερα όμως, παρά τον χιουμοριστικό χαρακτήρα της, και το όποιο αισιόδοξο ανθρώπινο μήνυμα ήθελε να περάσει με αυτή ο γέρο–Περικλής, τη θυμάμαι και μελαγχολώ!          
ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ







1 σχόλιο:

  1. Δίδαγμα : Φροντίζουμε, ο κάθε χρονος που μας φορτώνεται να ειναι δημιουργικός και να περνάμε μαζί του όσο το δυνατό πιο ευχάριστα. Του σερβίρουμε ενα ωραίο αχνιστό καφεδακι όταν ερχεται, για να είναι καλοδεχούμενος. Κάθε χρόνος που μας σβερκώνεται, μας κανει πιο σοφούς. Το ελιξίριο της νεότητας είναι η μη παραίτηση απο τη ζωή.
    Ξάδερφος Γιαννης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

(3)