Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Tο μοιραίο λάθος για τη Μακεδονία...





Το πρόβλημα που συζητάμε εδώ και 26 χρόνια, για το οποίο δεν έχει βρεθεί λύση, προέκυψε από...
ένα λάθος. Μια αστοχία που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Εξηγούμαι: εάν το 1991 οι ακατονόμαστοι γείτονες είχαν κάνει τον κόπο να μας ρωτήσουν πώς πρέπει να λέγονται στο εξής, πώς να ονομάσουν τη χώρα τους, πώς λέγεται η γλώσσα που μιλάνε, όχι μόνο δεν θα είχε προκύψει πρόβλημα, αλλά και οι ίδιοι θα είχαν εμπλουτίσει τις γνώσεις τους για την ιστορία και την ταυτότητά τους.

Αντίθετα προέβησαν στο ανήκουστο ολίσθημα να ονομάσουν τη χώρα τους Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δηλαδή, έτσι όπως την ονόμαζαν μέχρι τότε, αφαιρώντας απλά τον επιθετικό προσδιορισμό Σοσιαλιστική.

Το γεγονός αυτό από μόνο του υπήρξε μια «πρόκληση» για τους Νεοέλληνες, καθώς έπληττε καίρια την πλέον ευαίσθητη χορδή του εθνισμού τους, που ακούει στη λέξη Μακεδονία.

Οπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, εμείς οι Νεοέλληνες διαθέταμε και συνεχίζουμε να διαθέτουμε στη φαρέτρα μας πάμπολλες ονομασίες για το κράτος τους. Και πράγματι με το αζημίωτο προτείναμε ουκ ολίγες. Ενίοτε μάλιστα και με συνδηλώσεις ιστορικές, όπως εκείνη της Νέας Οθωμανίας.

Ομως αυτοί του κάκου. Επιμένουν σε ένα όνομα που δεν τους ανήκει, καθώς αφορά την αρχαία μας κληρονομιά.

Γιατί όπως διαβάζουμε στο σάιτ του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών: «Ιστορικά ο όρος Μακεδονία, ο οποίος σημειωτέον είναι ελληνική λέξη, αναφέρεται στο Βασίλειο και τον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων, που ανήκουν στο ελληνικό έθνος».

Η πράξη λοιπόν αυτή των γειτόνων, όπως μας πληροφορεί το ίδιο σάιτ, δηλώνει εδαφικές βλέψεις, «με κύριο όχημα την πλαστογράφηση της ιστορίας και την οικειοποίηση της εθνικής, ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας».

Πράγματι, οι εμπειρογνώμονες του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών έχουν απόλυτη συνείδηση των επίπονων και χρονοβόρων επεξεργασιών που χρειαστήκαμε για να εθνικοποιήσουμε και τελικά να οικειοποιηθούμε, πρώτοι εμείς, το παρελθόν της αρχαίας Μακεδονίας. Ο,τι ακριβώς πασχίσαμε να εξελληνίσουμε, τώρα έρχονται κάποιοι επήλυδες λαοί να το σφετεριστούν.

Και λέω πασχίσαμε, γιατί ούτε ο Φίλιππος ούτε ο Αλέξανδρος ούτε οι Μακεδόνες και η Μακεδονία τους αποτελούσαν τμήμα της ελληνικής κληρονομιάς. Οι πραγματικοί μας πρόγονοι, εκείνοι δηλαδή που προετοίμασαν και πραγματοποίησαν την εθνική μας αυτοδιάθεση, εκείνοι που έθεσαν τις βάσεις της αυτογνωσίας μας, δεν ήθελαν να ακούσουν για αρχαία Μακεδονία και Μακεδόνες.

Μονάχα μετά το 1853 άρχισε η ελληνική λογιοσύνη να ερωτοτροπεί με το παρελθόν της Μακεδονίας. Οταν δηλαδή ξεκινούσε η μεγάλη εξόρμηση του «ελληνισμού» προς την κατάκτηση των «ελληνικών χωρών», του παρόντος και του παρελθόντος.

Καθώς λοιπόν υπάρχει διάχυτη η πεποίθηση -ένθεν κακείθεν των ελληνομακεδονικών συνόρων- ότι το εθνικό φρόνημα του Μεγάλου Αλεξάνδρου έχει βαρύνουσα θέση στο ονοματολογικό της γείτονος, καλό είναι να ανατρέξουμε στις γραπτές πηγές για να φωτίσουμε το θέμα και τους εαυτούς μας.

Οπως θα διαπιστώσετε, η αποκρυστάλλωση της εθνικής συνείδησης του μεγάλου στρατηλάτη έλαβε χώρα περίπου 22 αιώνες μετά τον ένδοξο θάνατό του. Από μόνο του το γεγονός αυτό δημιουργεί δυσεπίλυτα προβλήματα, ιστορικά και διπλωματικά.

Και καθώς οι φυσικοί ανθρωπολόγοι και οι βιολόγοι δεν έχουν κατορθώσει ακόμη να διατυπώσουν ένα συνεκτικό αφήγημα για τη φυλετική προέλευση του μεγάλου ανδρός, η προσφυγή στις γραπτές πηγές αποτελεί μονόδρομο.

Ο ζυγός της μακεδονικής δουλείας

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:


 Το 1794, ο Φαναριώτης Παναγιώτης Κοδρικάς εξισώνει το έθνος των Μακεδόνων με εκείνα των Ρωμαίων και των Γότθων που κατά καιρούς επιτέθηκαν στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η τελευταία να χάσει «την ένδοξόν της ελευθερίαν».

 Το 1803, ο Αδαμάντιος Κοραής μέμφεται τους Ελληνες εκείνους που διεφθάρησαν από το χρυσάφι των Μακεδόνων.

 Το 1806 ο ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας στιγματίζει την πολιτεία του Φιλίππου, ο οποίος ευθύνεται για τον αφανισμό της Ελλάδας.

 Το 1808 ο Αθανάσιος Χριστόπουλος κατέτασσε τους Μακεδόνες στους εχθρούς των Ελλήνων σημειώνοντας ότι «Ο Φίλιππος και ο υιός του Αλέξανδρος […] εκαταδάμασαν επί τέλους όλην την Ελλάδα και την υπέταξαν εις το Μακεδονικόν κράτος».

 Το 1811 ο Μιχαήλ Περδικάρης υποστήριζε ότι «Το Γένος των Ελλήνων […] υπετάγη, πρώτον μεν εις τον Μέγα Αλέξανδρον, ύστερον δε εις Ρωμαίους».

 Ο Δανιήλ Φιλιππίδης το 1817 κάνει λόγο για «το ρυπαρόν και σκοτεινόν όνομα των μακεδόνων», και διατείνεται ότι ο Φίλιππος κατόρθωσε «να βάλη επάνω εις τον λαιμόν της Ελλάδος και της Ασίας, ως ζυγόν δουλείας, το βασίλειον των μακεδόνων».

 Το 1818 ο Γρηγόριος Σαράφης υποστήριζε επίσης ότι «Οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι […] κατεδουλώθησαν πρώτον μεν υπό των Μακεδόνων, έπειτα δε υπό των Ρωμαίων».

 Το 1819, σε ανώνυμο φυλλάδιο επαναστατικού και αντικληρικού περιεχομένου (Στοχασμοί του Κρίτωνος) διαβάζουμε για την ενιαία περίοδο δουλείας του ελληνικού έθνους «αφ’ ότου μας επάτησεν ο Φίλιππος, έως εις το έτος 1453. Αλλάξαμε δεσπότας διαφόρους, άλαλοι και ανόητοι».

 Το 1824 ο Κοραής αναφέρεται στη σταδιακή υποδούλωση των Ελλήνων στους Μακεδόνες: «Οι Μακεδόνες […] επροχωρούσαν καθημέραν εις την κατάλυσιν της ελευθερίας [της Ελλάδας] και δουλωμένοι εις τους Μακεδόνας […] Μετά την Μακεδονικήν δεσποτείαν έπεσαν υποκάτω εις των Ρωμαίων την εξουσίαν, και τέλος» στους Τούρκους.
Η ίδρυση του ελληνικού κράτους δεν άλλαξε την αντίληψη του πνευματικού κόσμου για τους αρχαίους Μακεδόνες, οι οποίοι παραμένουν ξένο και εχθρικό προς τους Ελληνες έθνος.


 Το 1830 ο Κωνσταντίνος Κούμας έγραφε, αναφερόμενος στη σχέση Ελλήνων και Μακεδόνων, πως οι βασιλείς των Μακεδόνων «προσπάθησαν να συναφθούν με το Ελληνικόν πνεύμα», πλην όμως «αι προσπαθήσεις αύται απέβλεπαν μόνον την παιδείαν των ηγεμόνων, όχι δε και των πτωχών υπηκόων, τους οποίους εκαταφρόνουν οι Ελληνες ως βαρβάρους».

 Το ίδιο έτος, 1830, ο Κοραής δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, μιλώντας για τους δορικτήτορες Μακεδόνες: «Ο πανούργος της Μακεδονίας δεσπότης […] και επίβουλος της ελληνικής ελευθερίας Φίλιππος […] εκέρδησε την ολέθριον εις τους Ελληνας νίκην της Χαιρωνείας […]. Φυσικά μετά τον θάνατον του Φιλίππου αι Ελληνικαί πόλεις επεθύμησαν να ανακτήσωσι την προτέραν αυτονομίαν, καταφρονούντες μάλιστα τον υιόν και διάδοχον αυτού Αλέξανδρον».

 Το 1831 στην «Επιτομή της παλαιάς ιστορίας» (μετάφραση Ν. Σιλήβεργου) οι μαθητές μπορούσαν να διαβάσουν πως «μ' όλον ότι οι βασιλείς της Μακεδονίας διϊσχυρίζοντο, ότι εκατάγοντο από τον Ηρακλέα, οι Ελληνες δεν τους εθεωρούσαν ομοεθνείς, αλλ' ως βαρβάρους, καθώς και τους Πέρσας».

 Το 1836, σε επίσης σχολικό εγχειρίδιο («Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος κατ’ επιτομήν», που ανατυπώνεται έως το 1844), ο αναγνώστης μάθαινε πως: «Της Μακεδονίας το βασίλειον […] δεν εσυγκρότει μέρος της Ελληνικής συμπολιτείας […] Οι κάτοικοι εκαυχώντο μεν ως από Ελληνικήν αποικίαν καταγόμενοι, αλλ' είχαν ολίγην συγκοινωνίαν με τους Ελληνας, και εθεωρούντο υπ’ αυτών ως βάρβαροι». Οσο για τον Φίλιππο, το 339 «επέτυχε να εισχωρήση εις την καρδίαν της Ελλάδος με δυνατόν στράτευμα». Το επόμενο έτος (338) στη μάχη της Χαιρώνειας «ηγωνίσθησαν ευτυχώς οι ηνωμένοι Ελληνες [βλ. Αθηναίοι και Θηβαίοι] αλλά τέλος υπερίσχυσεν η στρατηγική εμπειρία του Μακεδόνος».

 Το 1836 ο Αλέξανδρος Σούτσος κάνει λόγο για τις προγονικές διχόνοιες που κατέστησαν την Ελλάδα «έρμαιον της Μακεδονίας και Ρώμης [και] κατέλυσαν την ανεξαρτησίαν της».

 Το 1837, στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο πρύτανης Κωνσταντίνος Σχινάς υποστήριζε ότι η Ελλάς «υπέκυψε εις των Μακεδόνων την κυριαρχίαν» διατηρώντας «οικτράν μόνην αυτονομίας σκιάν». Με την ίδια ευκαιρία ο Αναστάσιος Λευκίας τόνισε πως οι Ελληνες καταπολεμηθέντες υπό τε των Μακεδόνων και Ρωμαίων «δούλοι αντί ελευθέρων εγένοντο».

 Το 1839 ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος έγραφε ότι «Η Ελλάς στερηθείσα άπαξ της ελευθερίας της, έγινεν πρώτον μεν επαρχία Μακεδονική, ύστερον δε Ρωμαϊκή, Γραικορωμαϊκή».

 Την ίδια χρονιά, το 1839, σε μεταφρασμένο από τον Γεώργιο Γεννάδιο σχολικό εγχειρίδιο (Σύνοψις της Γενικής Ιστορίας) αναφέρεται πως ο Φίλιππος ο Μακεδών ήταν «εχθρός πανούργος […] όστις υπεδούλωσε την Ελλάδα». Στη δε μάχη της Χαιρώνειας, «ηττήθησαν οι Ελληνες», και πως η ήττα αυτή «έγινε τάφος της ελευθερίας και της αυτονομίας των Ελλήνων».

 Το 1841 είναι η σειρά του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού να στρέψει τα βέλη του κατά των Μακεδόνων. Ο Φίλιππος, έλεγε, όχι μόνο κατέστησε τους Ελληνες δούλους αλλά και «έπραξεν άλλο της νίκης εκείνης ολεθριότερον, εγέννησε τον Αλέξανδρον».

 Το 1845 σε σχολικό εγχειρίδιο (Στοιχεία της γενικής ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λευΐ) του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, διαβάζουμε πως «ο Φίλιππος εβουλεύθη την υποδούλωσιν της Ελλάδος» και στη Χαιρώνεια «ενικήθησαν οι Ελληνες και απώλεσαν την ελευθερίαν». Εντούτοις ο Αλέξανδρος, παρά τα «πολλά ελαττώματα, φιλοδοξίαν ακόρεστον και πολλάκις ωμότητα μεμελετημένην […] υπήρξεν ο θαυμαστότερος άνθρωπος όσων είδομέν ποτε από καταβολής κόσμου». Ανάμεσα στα επιτεύγματά του ήταν και ότι «ήρχισε το μέγα της αναγεννήσεως έργον διά της εν τη Ανατολή εισαγωγής του Ελληνικού πολιτισμού».

 Το 1848 ο καθηγητής Νικόλαος Σαρίπολος υποστήριζε πως: «ο Φίλιππος […] την Ελλάδα άπασαν κατέστησεν υποχείριον εαυτώ, και εις τας πεδιάδας της Χαιρωνείας εξεψύχησεν η ελευθερία της Ελλάδος». Ετσι «πέπλος μέγας δουλείας επισκιάζει την Ελλάδα, εποχή μακράς καταστροφής, εποχή άγονος! Τους Μακεδόνας διαδέχονται οι Ρωμαίοι, τους Ρωμαίους οι βάρβαροι του Βορρά, τούτους δε οι αιμοχαρείς της Κασπίας περίοικοι».

 Ο Παπαρρηγόπουλος το 1849 (Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας) υποστηρίζει ότι οι Μακεδόνες «ήσαν έθνος Ιλλυρικόν μεμιγμένον μετά Ελλήνων», στη δε Χαιρώνεια έγινε σύγκρουση Ελλήνων και Μακεδόνων. Σε άλλο σημείο αποφαίνεται ως προς την καταγωγή των Μακεδόνων ότι πιθανότατα «ήσαν κράμα Ιλλυριών και Ελλήνων, και το κυριώτερον στοιχείον του κράματος τούτου ήτο το Ελληνικόν, ως εξάγεται από της γλώσσης, των παραδόσεων αυτών και προς τους άλλους Ελληνες σχέσεων». Κατά τα λοιπά καταλήγει ότι «η μακεδονική εποχή δύναται ευλόγως να διακριθή από της Ελληνικής, διότι το Μακεδονικόν έθνος εξεπλήρωσεν, εν τη Γενική Ιστορία, εντολήν άλλην παρά το Ελληνικόν».

Η αποστολή του καθ’ ημάς ελληνισμού

Το 1853, καθώς η συγκυρία διαφοροποιείται, η «εντολή» της Γενικής Ιστορίας αλλάζει άρδην και ο Παπαρρηγόπουλος πραγματοποιεί την αποφασιστική στροφή. Στην πρώτη και συνοπτική εκδοχή της δικής του Ιστορίας γράφει:

«Οι Μακεδόνες, αν και μη αναφερόμενοι εις τους αρχαιοτάτους χρόνους της Ελληνικής ιστορίας, ήσαν όμως Ελληνες. Ιδίως δε οι βασιλείς αυτών έλεγον εαυτούς απογόνους του Ηρακλέους, και οι άλλοι Ελληνες τους θεωρούσαν ως ομογενείς […] Η Μακεδονία λοιπόν ήτο κατ’ αρχάς μία από τας πολλάς εκείνας μικράς Ελληνικάς βασιλείας. [Οι Μακεδόνες,] και επί Φιλίππου ακόμη είχον ομοιότητά τινα με τους παναρχαίους Ελληνας».

Την ίδια εποχή έχει ξεκινήσει και η σταδιακή ελληνοποίηση του Βυζαντίου, βοηθούντος του ελληνόπληκτου Χριστιανισμού, ο οποίος «γίνεται νέα πατρίς διά την Ελλάδα, η δε Ελλάς πρωτεύουσα του Χριστιανισμού», όπως αποφαίνεται ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος ήδη από το 1852.

Ο ίδιος ιστορικός, λίγο αργότερα, το 1857, προσδιορίζει με ακρίβεια και τα γεωγραφικά όρια της νεοελληνικής πατρίδας, θέτοντάς τα στον Σκάρδο και τον Αίμο, αγκαλιάζοντας έτσι ολόκληρη τη Μακεδονία και ολόκληρη τη Θράκη. Ορια μέσα στα οποία αγωνίστηκε επί αιώνες το πολιτικό υποκείμενο που ακούει στο όνομα ελληνοχριστανισμός.

Τέλος, το 1862 –όταν εκδίδεται ο 2ος τόμος της Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους– έχουμε την πλήρη ενσωμάτωση Μακεδονικών και Βυζαντινών χρόνων στο ελληνικό ψηφιδωτό.

Στην κατασκευή των τεσσάρων ελληνισμών, από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, ο δεύτερος ελληνισμός είναι ο Μακεδονικός, ο δε τρίτος ο Μεσαιωνικός.

Με την ίδια ευκαιρία ο εθνικός μας ιστορικός διαπίστωνε ότι «οι Μακεδόνες αφ’ ής ήρχισαν να πρωταγωνιστώσιν εν τη ιστορία ουδέποτε υπέβαλον εαυτούς ως έθνος ίδιον, αλλά πάντοτε ως συνέχειάν τινα του ελληνισμού».

Μια διαπίστωση την οποία όχι μόνο αγνόησαν οι γείτονες, αλλά που επιβεβαιώθηκε και στη συνέχεια. Γιατί ο ελληνισμός, είτε ως χριστιανικός είτε ως μεσαιωνικός είτε ως καθ’ ημάς, απέτρεψε με επιτήδειο τρόπο και εργώδη προσπάθεια τη δημιουργία αλλόγλωσσου έθνους με ιδιαίτερη ιστορία και χαρακτηριστικά στη μακεδονική γη.

Εξαιρετικά δραστήριος υπήρξε ο καθ’ ημάς ελληνισμός, ο οποίος συναισθανόμενος τις ευθύνες έναντι της ιστορίας επιζήτησε να λύσει τον γόρδιο δεσμό του εθνολογικού ζητήματος είτε δια της πειθούς είτε με δόλο, είτε άλλοτε με επινοητικότητα.

Ετσι οι όποιοι «βουλγαρόφωνοι» δεν ήταν φυλετικά Βούλγαροι αλλά Ελληνες, γνήσιοι απόγονοι του Μεγαλέξανδρου, που είχαν «απομάθει» την προγονική τους γλώσσα λόγω των αναπότρεπτων δυστυχημάτων της ιστορίας.

Και επειδή δεν το γνώριζαν, και επειδή έπρεπε να αποκτήσουν ελληνική εθνική συνείδηση, επιστρατεύτηκαν οι «Πρεσκαζάνιε να Γκόλεμ Αλεξάντρ», δηλαδή οι «Προφητείες του Μεγαλέξανδρου». Επιπρόσθετα στο ίδιο φυλλάδιο του 1907, μάθαιναν ότι το πεπρωμένο τους ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την Ελλάδα απ’ όπου θα ’ρχόταν κάποια μέρα η απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Οσο για τη «λεγόμενη βουλγαρική» γλώσσα που ομιλείται στη Μακεδονία, τα νεότερα πορίσματα της γλωσσολογίας, που μας κοινοποίησε ο Δ. Κονδύλης το 1912, ήταν άκρως ριζοσπαστικά: Η εν λόγω γλώσσα, που πρέπει να ονομαστεί στο εξής «Μακεδονική, δεν είναι ούτε Βουλγαρική ούτε Σλαβική αλλά είναι θυγάτηρ της Ελληνικής και αδελφή της Αλβανικής».

Το νερό είχε μπει στ’ αυλάκι και η Μακεδονία, εγκιβωτισμένη μέσα σε τόσους ελληνισμούς, όφειλε να εξελληνίσει και το παρόν της. Αν ο ιστορικός της εξελληνισμός έγινε αναίμακτα, ελλείψει άλλου διεκδικητή, ο αντίστοιχος εθνολογικός είχε ως γνωστόν και αντίπαλο και θύματα.

Και επειδή ο αντίπαλος είχε πετύχει να εμφυσήσει «εις την ψυχήν του Μακεδονοφώνου πληθυσμού Βουλγαρικήν εθνικήν συνείδησιν», ο ελληνισμός σκαρφίστηκε να προβεί στην υποδούλωση του σλαβόφωνου αγροτικού κόσμου της Μακεδονίας.

Αφεντικά στην επιχείρηση αυτή θα ήταν Ελληνες τσιφλικούχοι και Τράπεζες ελληνικών συμφερόντων. Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις, ωστόσο, και την ομόθυμη αποδοχή του εθνωφελούς αυτού σχεδίου από τους Ελληνες ιθύνοντες, η πραγματοποίησή του έμεινε στα χαρτιά.

Οπως στα χαρτιά έμεινε και το σχέδιο εποικισμού της Μακεδονίας με αγροτικό πληθυσμό από το Βασίλειο, αντί να ξενιτεύονται οι τελευταίοι πέραν του Ατλαντικού.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το 1904 ο μακεδονομάχος ανθυποπλοίαρχος Γ. Κακουλίδης εκμυστηρευόταν στο υπουργείο Εξωτερικών, με τις απαραίτητες προφυλάξεις, ότι η Μακεδονία ούτε είναι αλλά και «ουδέποτε ήτο ελληνική».

Για να γίνει, έπρεπε «να διατεθή εν εκατομμύριον φράγκων κατ’ έτος και εικοσάς αξιωματικών και υπαξιωματικών, να συσταθή Κτηματική Τράπεζα με κεφάλαια τουλάχιστον 300 χιλ. λιρών» και «μετά 5ετίαν θα είναι ψυχικώς Ελληνική». Γιατί, κατά τον ίδιο συντάκτη, «ψυχικώς Ελληνική» Μακεδονία στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης ήταν μόλις το 1/6 του πληθυσμού.

Ετσι εκείνο το οποίο υποψιαζόντουσαν επί χρόνια στο υπουργείο, τώρα πλέον αποτελούσε βεβαιότητα: η εξελλήνιση του Μεγαλέξανδρου και των συγκαιρινών του ουδεμία επίδραση είχε «ψυχικώς» επί των χριστιανών πλέον κατοίκων της.

Το πρόβλημα, ως άλλος γόρδιος δεσμός, έπρεπε να αντιμετωπιστεί διά του ξίφους. Η βία του Μακεδονικού Αγώνα ήταν αναπότρεπτη.

Ο χρήσιμος «αλυτρωτισμός των Σκοπίων»

Μια φράση κλισέ που ακούμε συνεχώς από πολιτικούς όλων των αποχρώσεων και δημοσιογράφους είναι αυτή περί του «αλυτρωτισμού των Σκοπίων». Ομως δεν αποτελεί αλυτρωτισμό ή εδαφική διεκδίκηση η αναφορά στη γεωγραφική Μακεδονία, η οποία είναι μοιρασμένη σε τρία κράτη.

Προφανώς η πολιτική ηγεσία του τόπου δεν γνώριζε, ως όφειλε, ότι επισήμως η Ελλάδα αναγνώριζε τον διαμελισμό της Μακεδονίας στα τρία ήδη από το Συνέδριο του Βουκουρεστίου, το 1913.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο υπουργός Οικονομικών Αλέξανδρος Διομήδης, σε αγόρευσή του στη Βουλή τον Νοέμβριο του 1913, έκανε λόγο για την «τμημάτηση της Μακεδονίας σε τρεις κυρίαρχους», χωρίς βεβαίως να ακουστεί η όποια διαμαρτυρία από τους αντιπολιτευόμενους βουλευτές ή τον υπερευαίσθητο στα εθνικά θέματα Τύπο.

Στα ίδια συμφραζόμενα διαβάζουμε σε σχολικό εγχειρίδιο του 1913, με πολλές επανεκδόσεις έως το 1923: «Η Ελληνική Μακεδονία ορίζεται προς Β. υπό της Σερβικής και Βουλγαρικής Μακεδονίας, προς Δ. υπό της Αλβανίας και της Ηπείρου και προς Α. υπό της Θράκης, από τη οποίας χωρίζεται διά του ποταμού Νέστου και του όρους Ροδόπης».

Μας ενημερώνει μάλιστα ότι διά «της συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913) η μεν Βορειοδυτική Μακεδονία παρεχωρήθη εις την Σερβίαν, η δε Βορειοανατολική εις την Βουλγαρίαν».

Αν αποτελεί αλυτρωτισμό η ονομασία ενός δρόμου με το όνομα του Μεγαλέξανδρου, τότε θα αποτελούσε αλυτρωτισμό και η ονομασία πολλών οδών στη χώρα μας που φέρουν ονόματα πόλεων που ανήκουν σε γειτονικά κράτη: οδός Κωνσταντινουπόλεως, Αδριανουπόλεως, Φιλιππουπόλεως, Αργυροκάστρου, Κορυτσάς, Κρουσόβου, Μοναστηρίου, Αχρίδος, Δοϊράνης, Μελενίκου, Στρωμνίτσης, Κρέσνας, Σμύρνης… και πάει λέγοντας.

Ας μην ξεχνάμε μάλιστα ότι όλες αυτές τις πόλεις, και πλείστες άλλες, διεκδικούσε ο ελληνικός αλυτρωτισμός επί χρόνια στο παρελθόν.

Αλλά ας σοβαρευτούμε. Εάν πράγματι η Ελλάδα πίστευε ότι υφίσταται αλυτρωτισμός στη γειτονική Δημοκρατία, σε καμία περίπτωση δεν θα την συνέδραμε στρατιωτικά.

Γιατί το 2001 η Ελλάδα βοήθησε τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με οπλισμό, για να αντιμετωπίσει το αντάρτικο των Αλβανών εθνικιστών του UCK. Τότε γιατί μιλάμε για «αλυτρωτισμό των Σκοπίων»;

Γιατί η ελληνική θέση έχει επικεντρωθεί στον αλυτρωτισμό των Σκοπίων; Δεν υπάρχει καμία πραγματική βάση σ’ αυτό;

Η απάντηση είναι πως υπάρχει και πολιτική βάση και ιστορική. Η πολιτική βάση αφορά την περίπτωση της μη επίλυσης του ζητήματος. Τότε όλα θα φορτωθούν στον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων» και οι Νεοέλληνες θα νιώσουν ότι κατήγαγαν νίκη λαμπρά.

Η ιστορική βάση της ελληνικής αδιαλλαξίας είναι εθνικώς ανομολόγητη. Αφορά την ελληνική πολιτεία στη Μακεδονία τόσο πριν όσο και μετά το 1912.

Αφορά τις επονείδιστες πρακτικές εξελλήνισης της Μακεδονίας και των Σλαβόφωνων πληθυσμών, που εφαρμόστηκαν πριν το 1912. Αφορά τις πολιτικές της βίαιης αφομοίωσης, δηλαδή της εξαφάνισης του μιάσματος, που ασκήθηκαν στην ελληνική Μακεδονία από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων ώς το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Αφορά, τέλος, στην ύπαρξη μιας μικρής σήμερα και πιο πολυάριθμης παλιότερα ομάδας Μακεδόνων, που είχαν την ατυχία οι γονείς και οι παππούδες τους να είναι δίγλωσσοι ή αποκλειστικά σλαβόφωνοι.

Για το ελληνικό κράτος η ύπαρξή τους αποτέλεσε ένα ατόπημα της «πανούργας» ιστορίας που έπρεπε να διαγραφεί. Να καταστεί ανύπαρκτο.

Καθόλη τη διάρκεια του ανύπαρκτου ζητήματος, ο κρατικός μηχανισμός δεν σταμάτησε να εργάζεται φιλότιμα για την επιμόρφωση των αλλόγλωσσων Μακεδόνων.

Πρώτο μέλημα υπήρξε η καταπολέμηση της βουλγαροφωνίας. Κάτι που χρονολογείται από τη μακρινή δεκαετία του 1860.

Βέβαια το να αποπτύσεις τη γλώσσα του σπιτιού σου δεν είναι μια τόσο εύκολη υπόθεση. Ακόμα και αν εκμάθεις τη γλώσσα που μιλούσε ο Μεγαλέξανδρος, τουτέστιν την ελληνική, η voca παραμένει. Και για τους ταγούς της εθνικοφροσύνης ήταν εύκολα αναγνωρίσιμη.

Ετσι μέχρι και τα χρόνια της Χούντας δεν ήταν λίγοι οι νεοσύλλεκτοι εκείνοι Σλαβομακεδόνες που περνούσαν από το φυλετικό τεστ: εξαναγκαζόντουσαν να προφέρουν τη λέξη κριθάρι. Λέξη που χρησίμευε ως δοκιμασία της «φυλετικής» προέλευσης του στρατιώτη.

Εάν αντί του Θ ακουγόταν το Τ (τουτέστιν «κριτάρι») από τον αποκρινόμενο, η σταδιοδρομία του στους στάβλους ή στους απόπατους του Τάγματος ήταν εξασφαλισμένη.

Η ευαισθησία του Μεγαλέξανδρου

Η ελληνική «ευαισθησία» για το Μακεδονικό υποδηλώνει, ανάμεσα σε άλλα, μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας ως προς την ταυτότητά μας.

Μια ανασφάλεια που οδήγησε τους ιθύνοντες και εθναποστόλους του ελληνικού κράτους να κατασκευάσουν ένα επιχείρημα-παρωδία για να διεκδικήσουν τη Μακεδονία πριν το 1912, και μια ιστορία-οφθαλμαπάτη στη συνέχεια για να πείσουν, εαυτούς και αλλήλους, για την «ανέκαθεν» ελληνικότητά της. Τους καρπούς αυτής της σποράς εισπράττουμε εδώ και 26 χρόνια.

Για τον λόγο αυτό μέχρι τις μέρες μας η κυρίαρχη άποψη των συμπατριωτών μας, ειδικά για το Μακεδονικό ζήτημα, παραμένει ανορθολογική, εθνοκεντρική και ανιστόρητη.

Με γνώμονα την απόκρυψη, τη διαστρέβλωση, την άγνοια και σε τελική ανάλυση την ιδεολογική χρήση της ιστορίας, φιλοτεχνήθηκε η ελληνική ιστοριογραφία για το Μακεδονικό εδώ και ενάμιση αιώνα, υπό την αιγίδα των πολιτικών ηγεσιών, του Στρατού, των εντεταλμένων κρατικών ιδρυμάτων, ποικίλων «πατριωτικών» Συλλόγων, αυτόκλητων εθνοσωτήρων και των οργανικών διανοουμένων της χώρας.

Μια εν τέλει δημόσια ιστορία, αναντίλεκτη και κυρίαρχη, που εξηγεί το πάθος για το Μακεδονικό, τουτέστιν την τύφλωση.

Μόλις την τελευταία εικοσαετία διατυπώθηκε αντίλογος στην εν λόγω «ορθή εθνικά» άποψη για το Μακεδονικό. Είναι όμως βέβαιο ότι αυτή η αντιρρητική ιστοριογραφία, μικρή σε όγκο μπροστά στον κατακλυσμό σκουπιδιών που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν συγκίνησε παρά ένα ελάχιστο τμήμα της κοινωνίας. Εκείνο που ήθελε να μάθει· να καταλάβει· και ήταν διατεθειμένο να αμφισβητήσει τις βεβαιότητές του.

Οι πολλοί αρκέστηκαν στους φενακισμούς της κυρίαρχης άποψης, που χάιδευε τα αυτιά τους και τόνωνε την ελληνικότητά τους. Ευτυχείς μέσα στη μακαριότητα της άγνοιάς τους, διατήρησαν την Αποψή τους (με α κεφαλαίο) για το ζήτημα.

Αλλωστε, μέχρι και το 1991, ελάχιστοι Ελληνες πολίτες γνώριζαν την ύπαρξη του όμορου ομόσπονδου κράτους με το όνομά του. Ισχυε μια άτυπη απαγόρευση που σπάνια έσπαγε.

Οταν ο υπαρκτός κατέρρευσε και μαζί του και η Νοτιοσλαβία οι έξι Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες έγιναν ανεξάρτητες Δημοκρατίες και η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να κρύψει κάτω από το χαλί τα τετελεσμένα.

Ολα τα επιχειρήματα του κράτους της Αθήνας που επιστρατεύτηκαν για να αιτιολογήσουν τη μη αναγνώριση του γειτονικού κράτους με το συνταγματικό του όνομα υπήρξαν επιστημονικά ανακριβή, πολιτικά τρωτά, διπλωματικά αδιέξοδα, στο εθνικό δε επίπεδο τουλάχιστον αναξιοπρεπή.

Και αυτό γιατί η Ελλάδα θεώρησε ότι η πολιτική τής σιωπής, της απαγόρευσης, της λογοκρισίας, της καταστολής, την οποία ασκούσε επί χρόνια στους γηγενείς Μακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας, μπορούσε να εφαρμοστεί, με ανάλογη επιτυχία, και στην εξωτερική της πολιτική. Και ως προς την ταυτότητα των ανθρώπων της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Κάτι βέβαια πρωτάκουστο στα διεθνή χρονικά.

Τούτων δοθέντων ο Μεγαλέξανδρος, ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, αναγκάστηκε ενώπιον Θεού και ανθρώπων (βλ. Νεοελλήνων) να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο ότι είναι Ελληνας −και ο Μποστ δεν έχασε την ευκαιρία να το απεικονίσει.

Καθόσον το όλο θέμα είχε βαλτώσει, μερικά χρόνια μετά από εκείνο τον όρκο του Βασιλέα της μίας και μοναδικής Μακεδονίας, τουτέστιν το σωτήριο έτος 2018, οι διοικούντες το ποδοσφαιρικό σωματείο της Λάρισας, υπό την επίνευση του μεγάλου στρατηλάτη, έντυσαν τους παίκτες της ομάδας με μια φανέλα που έγραφε πως «Ο Αλέξανδρος μιλούσε Ελληνικά».

Ετσι οποιαδήποτε αμφιβολία για την εθνική συνείδηση του Γκόλεμ Αλεξάντρ εξαφανίστηκε και ρίγη συγκινήσεως κατέλαβαν τους πανέλληνες ποδοσφαιρόφιλους.

Βέβαια εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η εικόνα στο στάδιο της Λάρισας και οι αντίστοιχες που είδαμε στα συλλαλητήρια δείχνουν με τρόπο εμφατικό πώς οι Νεοέλληνες κατανοούν την ιστορία και το έθνος τους. Δείχνει σε τελευταία ανάλυση το επίπεδο του πολιτισμού της κοινωνίας μας.

Οπως πολύ ωραία είχε γράψει ο Ριχάρδος Σωμερίτης: «Τώρα διεθνώς, ως κράτος, η Μακεδονία είναι μία. Η άλλη. Γυρέψαμε την ήττα. Την πετύχαμε. Και φωνασκούν ακόμη όσοι “υπερπατριώτες” έκαναν το παν για να ηττηθούμε. Κανονικά θα έπρεπε να λογοδοτήσουν».

Ετσι έκλεινε το άρθρο του στην εφημερίδα Το Βήμα, στις 24/2/2008. Δέκα χρόνια μετά είμαστε επί τα αυτά. Μπορούμε να κοιμόμαστε με ήσυχη την εθνική μας συνείδηση.

Ενας μεγάλος διανοητής του 20ού αιώνα, ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Κλίφορντ Γκερτζ έχει γράψει: «Ενα από τα πράγματα που όλοι γνωρίζουν, αλλά κανένας δεν φαίνεται να μπορεί να το αποδείξει, είναι ότι η πολιτική μιας χώρας αντανακλά το σχέδιο του πολιτισμού της».

Νομίζω ότι στην περίπτωση της Ελλάδας αποδεικνύεται περίτρανα.

(τμήμα ομιλίας στην εκδήλωση «Μακεδονία γη πολυπολιτισμική, έξω το ΝΑΤΟ και οι εθνικισμοί» που πραγματοποιήθηκε στις 16/3/2018 στο Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης από 12 συλλογικότητες της Ριζοσπαστικής Αριστεράς)
*αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

efsyn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου